οι γυναίκες της βροχής

Για τη μια έγραψα εγώ πριν από 17 χρόνια. Για την άλλη έγραψε η Ανιρέτα, τώρα, ένα ανοιξιάτικο βράδυ, και το έφερε, εδώ, στο δικό μου σπίτι, ως σχόλιο. Είπα να τις βάλω μαζί,  σε μια νέα ανάρτηση, γιατί μοιάζουν πολύ. Είναι και οι δυο γυναίκες της βροχής.


Βαγγέλης Φίλος


Αν μπορούσε, ένα δελφίνι να την πάει βαθιά στον ωκεανό κι ύστερα, σε ξένους τόπους. Σ’ όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου να χαθεί! Αν μπορούσε να παραμερίσει το βουνό και να κοιτάξει μακριά στον ορίζοντα…
Όλους τους αγαπούσε κι όλοι την πλήγωναν. Ήθελε, συχνά, να φωνάξει. Όμως, στέναζε. Κι ο σκοτωμένος αέρας την πλημμύριζε.
Βρήκε κάτι κιτρινισμένα χαρτιά και αποφάσισε να ταξιδέψει στο παρελθόν: Πάντα έδινε. Υπάκουη στη μάνα και τον πατέρα. Πιστή στην αναπαραγωγή των αξιών μιας ξεπερασμένης γενιάς. Πιστή στον εραστή, πιστή στο σύζυγο. Πιστή στα κάθε λογής κυρίαρχα μοντέλα. Σκέφτηκε το σώμα της που δύσκολα μπόρεσε να τ’ αγαπήσει. Λαίμαργα μάτια, κάθε φορά, την κομμάτιαζαν. Και ήθελε, τόσο πολύ, γυμνό το κορμί, και την ψυχή της γυμνή, να τα δώσει. Όμως, ο φόβος την κλείδωνε. Τα χρόνια περνούσαν, με τεράστια κενά  ζωής.
Άφησε τα χαρτιά κι αποφάσισε να ταξιδέψει στο μέλλον. Χαμογέλασε για να διώξει το φόβο. Θύμωσε για να γίνει πιο δυνατή. Μελαγχόλησε στη σκέψη των χαμένων επαναστάσεων, που τις ακολούθησε και την ξεστράτισαν, αφού πρώτα την ξόδεψαν. Σκέφτηκε και τα καινούργια προσκλητήρια. Των δελτίων και των ανακοινωθέντων.
Μελαγχόλησε, ξανά, και βγήκε σους δρόμους. Η βροχή, καυτή, της χάιδεψε τα μαλλιά.
Αν μπορούσε, ένα δελφίνι να την πάει βαθιά στον ωκεανό κι ύστερα, σε ξένους τόπους. Σ’ όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου να χαθεί!

Ανιρέτα Ρεναδία

Η βροχή της άρεσε . Κι οι δρόμοι το ίδιο .. Και περπάτησε ώρες πολλές , αφέθηκε να μουσκέψει όπως ποτέ άλλοτε δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της . Δε βαριέσαι , σκέφτηκε .. μια νύχτα είναι , νεράκι είναι ..

Τα χαράματα ήρθε το δελφίνι . με κολλαριστούς χάρτες , σχεδιαγράμματα μεγαλουπόλεων , ξένες γλώσσες , οικεία νοήματα , πόσο πράσινο !
Κοίτα που οι ευχές γίνονται αλήθεια !
ετοιμάστηκε , πλησίασε γεμάτη χαρά

πώς αγρίεψαν οι ωκεανοί ξαφνου ..
το δελφίνι .. όχι, δεν είναι έτσι τα δελφίνια που ήξερε αυτή
δε φοράνε τήβεννο
δεν είναι μαύρα ..
πού ήταν ; τι της συνέβαινε ;
η θάλασσα .. η θάλασσά της ..γένναγε ενόρκους ,
κι έδρανα
και δυσωδία
κι ένα πλήθος από καρχαρίες .. αίμα μύρισε ..
η υπεράσπιση, άκουσε κάποιον , είχε ναυαγήσει ..
Σάστισε . κοίταξε γύρω της , δεν καταλάβαινε ..
Κι έπεσε σαν στις ταινίες η πρώτη σφυριά .
'Ενοχη !
δεν τα παραμερίζεις τα βουνά , τα ανεβαίνεις. Ένοχη !
κι η δεύτερη ..
Κανέναν δεν αγάπησες , παρά μονάχα την ιδέα πως τους αγαπάς . 'Ενοχη !
Κι η τρίτη ..
Εδινες μονάχα για να πάρεις , ποτέ για να προσφέρεις . 'Ενοχη !
Υπάκουγες από ατολμία να ζήσεις . 'Ενοχη!
Η καρδιά της ..
Υπανδρεύτηκες για να υποταχτείς . 'Ενοχη !
Όχι ..δεν ήταν η καρδιά της αυτό το σφυροκόπημα ..
Εκανες το σύζυγο ζυγό γιατί το συν σε κούραζε . 'Ενοχη !
Το κεφάλι της κόντευε να σπάσει ..
Χαράμισες τον εραστή δίχως ούτε ένα ερωτηματικό 'Ενοχη !
Ζήτησες ανάσταση μα τα πάθη ήθελες να τα μοιραστείς . 'Ενοχη !
'Ενοχη ! 'Ενοχη !
………..
Πνιγόταν …


Ο γιατρός της συνέστησε να προσέχει . ο πυρετός την είχε καταβάλλει . Η βροχή δεν είναι παίξε γέλασε , οι κίνδυνοι πολλοί .
Συμφώνησε . Καλή ασθενής .
Θ΄ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες του .
Όχι άλλοι εφιάλτες .

Ανάρρωσε .
Συνέχισε ν' αναδεύει κιτρινισμένα χαρτιά . Και να ταξιδεύει στο παρελθόν .
Και να μελαγχολεί . Δεν έβγαινε πια στη βροχή . Την κοιτούσε απ το παράθυρο . Κάποιες νύχτες τη γυρόφερναν κάποιοι στίχοι

« δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.»

'Εμαθε να τους αγνοεί . Ποιος να ξέρει γιατί κόλλαγε έτσι το μυαλό ..
Συνέχισε να ονειρεύεται ..

Αν μπορούσε, ένα δελφίνι να την πάει βαθιά στον ωκεανό κι ύστερα, σε ξένους τόπους.
Σ’ όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου να χαθεί!




Προβολές